もの

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ναυτία από τη μετακίνηση, ταξιδιωτική ναυτία

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗り物酔いする
Παρόν (ευγενικό)
乗り物酔いします
Άρνηση (απλή)
乗り物酔いしない
Άρνηση (ευγενική)
乗り物酔いしません
Παρελθόν (απλό)
乗り物酔いした
Παρελθόν (ευγενικό)
乗り物酔いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗り物酔いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗り物酔いしませんでした
Τε-μορφή
乗り物酔いして
Δυνητική
乗り物酔いできる
Προστακτική
乗り物酔いしろ
Βουλητική
乗り物酔いしよう
Υποθετική (ば)
乗り物酔いすれば