乗り移る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετεπιβιβάζομαι (σε άλλο μέσο μεταφοράς, όπως λεωφορείο ή πλοίο)
- 02 καταλαμβάνω (για θεό, πνεύμα, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り移る
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り移ります
- Άρνηση (απλή)
- 乗り移らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り移りません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り移った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り移りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り移らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り移りませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り移って
- Δυνητική
- 乗り移れる
- Προστακτική
- 乗り移れ
- Βουλητική
- 乗り移ろう
- Υποθετική (ば)
- 乗り移れば
- Υποθετική (たら)
- 乗り移ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り移りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り移るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り移りなさい
- Παθητική
- 乗り移られる
- Αιτιατική
- 乗り移らせる