乗り継ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανταποκρίνομαι (σε πτήση, τρένο κ.λπ.), αλλάζω μεταφορικό μέσο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り継ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り継ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り継がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り継ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り継いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り継ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り継がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り継ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り継いで
- Δυνητική
- 乗り継げる
- Προστακτική
- 乗り継げ
- Βουλητική
- 乗り継ごう
- Υποθετική (ば)
- 乗り継げば
- Υποθετική (たら)
- 乗り継いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り継ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り継ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り継ぎなさい
- Παθητική
- 乗り継がれる
- Αιτιατική
- 乗り継がせる