乗のり越こえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκαρφαλώνω πάνω, ανεβαίνω πάνω, διασχίζω (π.χ. ένα βουνό), περνάω πάνω από
  2. 02 υπερνικώ, ξεπερνώ (μια δυσκολία, ένα εμπόδιο, μια ασθένεια, μια κρίση, τον πόνο)
  3. 03 ξεπερνώ, προσπερνώ (έναν προκάτοχο)

Παραδείγματα

  • その壁かべを乗り越のりこえる。

    Θα σκαρφαλώσω πάνω από αυτόν τον τοίχο.

  • どんな困難こんなんも皆みなで協力きょうりょくして乗り越のりこえよう。

    Ας ξεπεράσουμε οποιεσδήποτε δυσκολίες συνεργαζόμενοι όλοι μαζί.

  • 度重たびかさなる試練しれんを仲間なかまと共ともに乗り越のりこえてきた経験けいけんが、今いまの私わたしたちの強つよみとなっている。

    Η εμπειρία του να έχουμε ξεπεράσει επανειλημμένες δοκιμασίες μαζί με τους συντρόφους μας, έχει γίνει η δύναμή μας σήμερα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗り越える
Παρόν (ευγενικό)
乗り越えます
Άρνηση (απλή)
乗り越えない
Άρνηση (ευγενική)
乗り越えません
Παρελθόν (απλό)
乗り越えた
Παρελθόν (ευγενικό)
乗り越えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗り越えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗り越えませんでした
Τε-μορφή
乗り越えて
Δυνητική
乗り越えられる
Προστακτική
乗り越えろ
Βουλητική
乗り越えよう
Υποθετική (ば)
乗り越えれば