乗り越す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεπερνώ τη στάση μου, προσπερνώ τον προορισμό μου
- 02 σκαρφαλώνω πάνω από κάτι, υπερπηδώ, ξεπερνώ (μια δυσκολία)
- 03 απαρχαιωμένο προσπερνώ (ένα όχημα), προσπερνώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り越す
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り越します
- Άρνηση (απλή)
- 乗り越さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り越しません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り越した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り越しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り越さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り越しませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り越して
- Δυνητική
- 乗り越せる
- Προστακτική
- 乗り越せ
- Βουλητική
- 乗り越そう
- Υποθετική (ば)
- 乗り越せば
- Υποθετική (たら)
- 乗り越したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り越したい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り越すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り越しなさい
- Παθητική
- 乗り越される
- Αιτιατική
- 乗り越させる