乗り遅れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χάνω (τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
- 02 αποτυγχάνω να συμβαδίσω με (π.χ. τις εξελίξεις), μένω πίσω από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り遅れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り遅れます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り遅れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り遅れません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り遅れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り遅れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り遅れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り遅れませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り遅れて
- Δυνητική
- 乗り遅れられる
- Προστακτική
- 乗り遅れろ
- Βουλητική
- 乗り遅れよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り遅れれば
- Υποθετική (たら)
- 乗り遅れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り遅れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り遅れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り遅れなさい
- Παθητική
- 乗り遅れられる
- Αιτιατική
- 乗り遅れさせる