乗り間違える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μπαίνω σε λάθος μέσο μεταφοράς (λεωφορείο, τρένο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乗り間違える
- Παρόν (ευγενικό)
- 乗り間違えます
- Άρνηση (απλή)
- 乗り間違えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乗り間違えません
- Παρελθόν (απλό)
- 乗り間違えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乗り間違えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乗り間違えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乗り間違えませんでした
- Τε-μορφή
- 乗り間違えて
- Δυνητική
- 乗り間違えられる
- Προστακτική
- 乗り間違えろ
- Βουλητική
- 乗り間違えよう
- Υποθετική (ば)
- 乗り間違えれば
- Υποθετική (たら)
- 乗り間違えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乗り間違えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 乗り間違えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乗り間違えなさい
- Παθητική
- 乗り間違えられる
- Αιτιατική
- 乗り間違えさせる