ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβιβάζομαι (σε τρένο, αεροπλάνο, λεωφορείο, πλοίο κ.λπ.), μπαίνω, παίρνω
  2. 02 ανεβαίνω (π.χ. σε σκαμπό), πατάω, πηδάω πάνω, κάθομαι πάνω
  3. 03 φτάνω, περνάω, ξεπερνάω
  4. 04 ακολουθώ, μένω (στην πορεία), συμβαδίζω (με την εποχή κ.λπ.)
  5. 05 παίρνω μέρος, συμμετέχω, ενώνω
  6. 06 μπαίνω στο κλίμα (και τραγουδάω, χορεύω κ.λπ.), ενθουσιάζομαι, παρασύρομαι
  7. 07 εξαπατώμαι, παρασύρομαι, ξεγελιέμαι
  8. 08 μεταφέρομαι, διαδίδωμαι, εξαπλώνομαι, διασκορπίζομαι
  9. 09 κολλάω, προσκολλώμαι, πιάνω, εφαρμόζομαι, απλώνομαι

Παραδείγματα

  • 毎日まいにち電車でんしゃります

    Κάθε μέρα παίρνω το τρένο.

  • 友達ともだち自転車じてんしゃって公園こうえんきました。

    Πήγαμε στο πάρκο κάνοντας ποδήλατο με τον φίλο μου.

  • かれはすぐに調子ちょうしってしまうから、あまりめすぎないほうがいいよ。

    Αυτός παρασύρεται πολύ εύκολα, οπότε καλύτερα να μην τον επαινείς υπερβολικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗る
Παρόν (ευγενικό)
乗ります
Άρνηση (απλή)
乗らない
Άρνηση (ευγενική)
乗りません
Παρελθόν (απλό)
乗った
Παρελθόν (ευγενικό)
乗りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗りませんでした
Τε-μορφή
乗って
Δυνητική
乗れる
Προστακτική
乗れ
Βουλητική
乗ろう
Υποθετική (ば)
乗れば