乗じょう船せん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβίβαση, επιβίβαση σε πλοίο
  2. 02 πλοίο (που μεταφέρει κάποιον)

Παραδείγματα

  • 船ふねに乗船じょうせんします。

    Θα επιβιβαστώ στο πλοίο.

  • 乗船じょうせんの時間じかんは午前ごぜん9時じです。

    Η ώρα επιβίβασης είναι στις 9 το πρωί.

  • 当日とうじつは、乗船じょうせんの際さいに身分証明書みぶんしょうめいしょのご提示ていじが必要ひつようとなりますのでご注意ちゅういください。

    Την ημέρα της επιβίβασης, παρακαλούμε έχετε υπόψη σας ότι θα χρειαστεί να επιδείξετε την ταυτότητά σας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗船する
Παρόν (ευγενικό)
乗船します
Άρνηση (απλή)
乗船しない
Άρνηση (ευγενική)
乗船しません
Παρελθόν (απλό)
乗船した
Παρελθόν (ευγενικό)
乗船しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗船しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗船しませんでした
Τε-μορφή
乗船して
Δυνητική
乗船できる
Προστακτική
乗船しろ
Βουλητική
乗船しよう
Υποθετική (ば)
乗船すれば