じょうかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβίβαση σε πολεμικό πλοίο, υπηρεσία σε πολεμικό πλοίο
  2. 02 πολεμικό πλοίο στο οποίο υπηρετεί κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗艦する
Παρόν (ευγενικό)
乗艦します
Άρνηση (απλή)
乗艦しない
Άρνηση (ευγενική)
乗艦しません
Παρελθόν (απλό)
乗艦した
Παρελθόν (ευγενικό)
乗艦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗艦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗艦しませんでした
Τε-μορφή
乗艦して
Δυνητική
乗艦できる
Προστακτική
乗艦しろ
Βουλητική
乗艦しよう
Υποθετική (ば)
乗艦すれば