じょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιππασία, η πράξη της ορειβασίας σε άλογο
  2. 02 άλογο προς ιππασία, ίππος, το άλογο στο οποίο επιβαίνει κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
乗馬する
Παρόν (ευγενικό)
乗馬します
Άρνηση (απλή)
乗馬しない
Άρνηση (ευγενική)
乗馬しません
Παρελθόν (απλό)
乗馬した
Παρελθόν (ευγενικό)
乗馬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乗馬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乗馬しませんでした
Τε-μορφή
乗馬して
Δυνητική
乗馬できる
Προστακτική
乗馬しろ
Βουλητική
乗馬しよう
Υποθετική (ば)
乗馬すれば