きゅうじんこういっ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αποτυγχάνω λίγο πριν από την επίτευξη μεγάλου στόχου, αποτυγχάνω στο τελευταίο εμπόδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
九仞の功を一簣に虧く
Παρόν (ευγενικό)
九仞の功を一簣に虧きます
Άρνηση (απλή)
九仞の功を一簣に虧かない
Άρνηση (ευγενική)
九仞の功を一簣に虧きません
Παρελθόν (απλό)
九仞の功を一簣に虧いた
Παρελθόν (ευγενικό)
九仞の功を一簣に虧きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
九仞の功を一簣に虧かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
九仞の功を一簣に虧きませんでした
Τε-μορφή
九仞の功を一簣に虧いて
Δυνητική
九仞の功を一簣に虧ける
Προστακτική
九仞の功を一簣に虧け
Βουλητική
九仞の功を一簣に虧こう
Υποθετική (ば)
九仞の功を一簣に虧けば