みだれる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύομαι, είμαι ακατάστατος, είμαι άτακτος, είμαι ατημέλητος
  2. 02 αναστατώνομαι, ταράζομαι, μπερδεύομαι, συγχύζομαι
  3. 03 περιπίπτω σε χάος (λόγω πολέμου κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • かぜかみみだれた

    Τα μαλλιά μου ανακατεύτηκαν από τον αέρα.

  • 試験前しけんまえこころみだれている。

    Το μυαλό μου είναι αναστατωμένο πριν τις εξετάσεις.

  • 経済けいざい不安定ふあんていなため、社会秩序しゃかいちつじょみだれる可能性かのうせいもある。

    Λόγω της ασταθούς οικονομίας, υπάρχει και η πιθανότητα να διαταραχθεί η κοινωνική τάξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乱れる
Παρόν (ευγενικό)
乱れます
Άρνηση (απλή)
乱れない
Άρνηση (ευγενική)
乱れません
Παρελθόν (απλό)
乱れた
Παρελθόν (ευγενικό)
乱れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乱れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乱れませんでした
Τε-μορφή
乱れて
Δυνητική
乱れられる
Προστακτική
乱れろ
Βουλητική
乱れよう
Υποθετική (ば)
乱れれば