らんばつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεξέλεγκτη υλοτομία, υπερβολική αποδάσωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
乱伐する
Παρόν (ευγενικό)
乱伐します
Άρνηση (απλή)
乱伐しない
Άρνηση (ευγενική)
乱伐しません
Παρελθόν (απλό)
乱伐した
Παρελθόν (ευγενικό)
乱伐しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乱伐しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乱伐しませんでした
Τε-μορφή
乱伐して
Δυνητική
乱伐できる
Προστακτική
乱伐しろ
Βουλητική
乱伐しよう
Υποθετική (ば)
乱伐すれば