らんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασύστολη πυροδότηση, τυφλοί πυροβολισμοί

Κλίση

Παρόν (απλό)
乱射する
Παρόν (ευγενικό)
乱射します
Άρνηση (απλή)
乱射しない
Άρνηση (ευγενική)
乱射しません
Παρελθόν (απλό)
乱射した
Παρελθόν (ευγενικό)
乱射しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乱射しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乱射しませんでした
Τε-μορφή
乱射して
Δυνητική
乱射できる
Προστακτική
乱射しろ
Βουλητική
乱射しよう
Υποθετική (ば)
乱射すれば