乱掘
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερεκμετάλλευση ορυχείων (π.χ. άνθρακα), αλόγιστη εξόρυξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 乱掘する
- Παρόν (ευγενικό)
- 乱掘します
- Άρνηση (απλή)
- 乱掘しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 乱掘しません
- Παρελθόν (απλό)
- 乱掘した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 乱掘しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 乱掘しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 乱掘しませんでした
- Τε-μορφή
- 乱掘して
- Δυνητική
- 乱掘できる
- Προστακτική
- 乱掘しろ
- Βουλητική
- 乱掘しよう
- Υποθετική (ば)
- 乱掘すれば
- Υποθετική (たら)
- 乱掘したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 乱掘したい
- Απαγορευτική (~な)
- 乱掘するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 乱掘しなさい
- Παθητική
- 乱掘される
- Αιτιατική
- 乱掘させる