らんりつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορθώνομαι άναρχα το ένα δίπλα στο άλλο (για κτίρια κ.λπ.), παρατάσσομαι το ένα δίπλα στο άλλο
  2. 02 υποβάλλομαι σε υποψηφιότητα σε υπερβολικά μεγάλο αριθμό, ανταγωνίζομαι με άλλους (με υπερβολικά πολλούς υποψηφίους)

Κλίση

Παρόν (απλό)
乱立する
Παρόν (ευγενικό)
乱立します
Άρνηση (απλή)
乱立しない
Άρνηση (ευγενική)
乱立しません
Παρελθόν (απλό)
乱立した
Παρελθόν (ευγενικό)
乱立しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乱立しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乱立しませんでした
Τε-μορφή
乱立して
Δυνητική
乱立できる
Προστακτική
乱立しろ
Βουλητική
乱立しよう
Υποθετική (ば)
乱立すれば