らんかいはつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιβαλλοντικά επιζήμια (αδιάκριτη) ανάπτυξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
乱開発する
Παρόν (ευγενικό)
乱開発します
Άρνηση (απλή)
乱開発しない
Άρνηση (ευγενική)
乱開発しません
Παρελθόν (απλό)
乱開発した
Παρελθόν (ευγενικό)
乱開発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乱開発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乱開発しませんでした
Τε-μορφή
乱開発して
Δυνητική
乱開発できる
Προστακτική
乱開発しろ
Βουλητική
乱開発しよう
Υποθετική (ば)
乱開発すれば