ちち

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω κρυφό ερωτικό δεσμό, συναντιέμαι κρυφά και φλερτάρω με κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
乳繰り合う
Παρόν (ευγενικό)
乳繰り合います
Άρνηση (απλή)
乳繰り合わない
Άρνηση (ευγενική)
乳繰り合いません
Παρελθόν (απλό)
乳繰り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
乳繰り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乳繰り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乳繰り合いませんでした
Τε-μορφή
乳繰り合って
Δυνητική
乳繰り合える
Προστακτική
乳繰り合え
Βουλητική
乳繰り合おう
Υποθετική (ば)
乳繰り合えば