Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
乳肉
にゅうにく
乳
乳
にゅう
肉
にく
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
στήθος (π.χ. κοτόπουλου)
02
αργκό
χυδαίο
μεγάλο στήθος