ちちくさ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός άπειρος, ανώριμος, που μυρίζει γάλα

Κλίση

Παρόν (απλό)
乳臭い
Παρόν (ευγενικό)
乳臭いです
Άρνηση (απλή)
乳臭くない
Άρνηση (ευγενική)
乳臭くないです
Παρελθόν (απλό)
乳臭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
乳臭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乳臭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乳臭くなかったです
Τε-μορφή
乳臭くて
Υποθετική (ば)
乳臭ければ