ちちばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απογαλακτισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
乳離れする
Παρόν (ευγενικό)
乳離れします
Άρνηση (απλή)
乳離れしない
Άρνηση (ευγενική)
乳離れしません
Παρελθόν (απλό)
乳離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
乳離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乳離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乳離れしませんでした
Τε-μορφή
乳離れして
Δυνητική
乳離れできる
Προστακτική
乳離れしろ
Βουλητική
乳離れしよう
Υποθετική (ば)
乳離れすれば