かわかす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στεγνώνω (ρούχα κ.λπ.), αποξηραίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
乾かす
Παρόν (ευγενικό)
乾かします
Άρνηση (απλή)
乾かさない
Άρνηση (ευγενική)
乾かしません
Παρελθόν (απλό)
乾かした
Παρελθόν (ευγενικό)
乾かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乾かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乾かしませんでした
Τε-μορφή
乾かして
Δυνητική
乾かせる
Προστακτική
乾かせ
Βουλητική
乾かそう
Υποθετική (ば)
乾かせば