かわ

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στεγνώνω

Παραδείγματα

  • ふくかわきます

    Τα ρούχα στεγνώνουν.

  • 洗濯物せんたくもの日差ひざしではやかわきます

    Τα άπλυτα στεγνώνουν γρήγορα στον ήλιο.

  • はなしすぎたせいでのどかわいてみずみたくなりました。

    Μίλησα τόσο πολύ που στέγνωσε το λαρύγγι μου και θέλω να πιω νερό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
乾く
Παρόν (ευγενικό)
乾きます
Άρνηση (απλή)
乾かない
Άρνηση (ευγενική)
乾きません
Παρελθόν (απλό)
乾いた
Παρελθόν (ευγενικό)
乾きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乾かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乾きませんでした
Τε-μορφή
乾いて
Δυνητική
乾ける
Προστακτική
乾け
Βουλητική
乾こう
Υποθετική (ば)
乾けば