かたまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξηραίνομαι και σκληραίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
乾固まる
Παρόν (ευγενικό)
乾固まります
Άρνηση (απλή)
乾固まらない
Άρνηση (ευγενική)
乾固まりません
Παρελθόν (απλό)
乾固まった
Παρελθόν (ευγενικό)
乾固まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
乾固まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
乾固まりませんでした
Τε-μορφή
乾固まって
Δυνητική
乾固まれる
Προστακτική
乾固まれ
Βουλητική
乾固まろう
Υποθετική (ば)
乾固まれば