りょうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκληρώνω, τελειώνω
  2. 02 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
了する
Παρόν (ευγενικό)
了します
Άρνηση (απλή)
了しない
Άρνηση (ευγενική)
了しません
Παρελθόν (απλό)
了した
Παρελθόν (ευγενικό)
了しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
了しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
了しませんでした
Τε-μορφή
了して
Δυνητική
了できる
Προστακτική
了しろ
Βουλητική
了しよう
Υποθετική (ば)
了すれば