りょうけん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδέα, σκέψη, πρόθεση, σχεδιασμός, άποψη, κλίση, απόφαση, κίνητρο
  2. 02 διακριτική ευχέρεια
  3. 03 συγχώρεση, χάρη, ανοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
了見する
Παρόν (ευγενικό)
了見します
Άρνηση (απλή)
了見しない
Άρνηση (ευγενική)
了見しません
Παρελθόν (απλό)
了見した
Παρελθόν (ευγενικό)
了見しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
了見しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
了見しませんでした
Τε-μορφή
了見して
Δυνητική
了見できる
Προστακτική
了見しろ
Βουλητική
了見しよう
Υποθετική (ば)
了見すれば