さつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο πρόβλεψη, προκαταβολική εκτίμηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
予察する
Παρόν (ευγενικό)
予察します
Άρνηση (απλή)
予察しない
Άρνηση (ευγενική)
予察しません
Παρελθόν (απλό)
予察した
Παρελθόν (ευγενικό)
予察しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
予察しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
予察しませんでした
Τε-μορφή
予察して
Δυνητική
予察できる
Προστακτική
予察しろ
Βουλητική
予察しよう
Υποθετική (ば)
予察すれば