そうがい

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απροσδόκητος, απρόβλεπτος, παράξενος

Παραδείγματα

  • これ は 予想外よそうがい です。

    Αυτό είναι απροσδόκητο.

  • テスト の 結果けっか予想外よそうがい でした。

    Το αποτέλεσμα του τεστ ήταν απρόσμενο.

  • 入念にゅうねん準備じゅんびにもかかわらず、発生はっせいした予想外よそうがいのトラブルにわたしたちはかなり戸惑とまどいました。

    Παρά την ενδελεχή προετοιμασία, το απρόσμενο πρόβλημα που προέκυψε μας προκάλεσε αρκετή σύγχυση.