さんけず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περικόπτω προϋπολογισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
予算を削る
Παρόν (ευγενικό)
予算を削ります
Άρνηση (απλή)
予算を削らない
Άρνηση (ευγενική)
予算を削りません
Παρελθόν (απλό)
予算を削った
Παρελθόν (ευγενικό)
予算を削りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
予算を削らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
予算を削りませんでした
Τε-μορφή
予算を削って
Δυνητική
予算を削れる
Προστακτική
予算を削れ
Βουλητική
予算を削ろう
Υποθετική (ば)
予算を削れば