やくれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω ραντεβού, κάνω κράτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
予約を入れる
Παρόν (ευγενικό)
予約を入れます
Άρνηση (απλή)
予約を入れない
Άρνηση (ευγενική)
予約を入れません
Παρελθόν (απλό)
予約を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
予約を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
予約を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
予約を入れませんでした
Τε-μορφή
予約を入れて
Δυνητική
予約を入れられる
Προστακτική
予約を入れろ
Βουλητική
予約を入れよう
Υποθετική (ば)
予約を入れれば