せん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκριματικός αγώνας, προκριματική φάση, δοκιμασία, προκριματική σειρά
  2. 02 προκαταρκτική επιλογή, αξιολόγηση (π.χ. υποψηφίων), προσωρινή εκλογή, προκριματική ψηφοφορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
予選する
Παρόν (ευγενικό)
予選します
Άρνηση (απλή)
予選しない
Άρνηση (ευγενική)
予選しません
Παρελθόν (απλό)
予選した
Παρελθόν (ευγενικό)
予選しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
予選しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
予選しませんでした
Τε-μορφή
予選して
Δυνητική
予選できる
Προστακτική
予選しろ
Βουλητική
予選しよう
Υποθετική (ば)
予選すれば