争あらそう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταγωνίζομαι, διαγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, διεκδικώ
  2. 02 μαλώνω, διαφωνώ, λογομαχώ, αμφισβητώ, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
  3. 03 αρνούμαι (π.χ. αποδεικτικά στοιχεία)

Παραδείγματα

  • 子供こどもたちがボールを争あらそう。

    Τα παιδιά μαλώνουν για μια μπάλα.

  • 多おおくの選手せんしゅが優勝ゆうしょうを争あらそった。

    Πολλοί αθλητές διαγωνίστηκαν για το πρωτάθλημα.

  • 彼かれらはその問題もんだいの解決策かいけつさくについて激はげしく意見いけんを争あらそった。

    Συζήτησαν έντονα τις απόψεις τους για τη λύση του προβλήματος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
争う
Παρόν (ευγενικό)
争います
Άρνηση (απλή)
争わない
Άρνηση (ευγενική)
争いません
Παρελθόν (απλό)
争った
Παρελθόν (ευγενικό)
争いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
争わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
争いませんでした
Τε-μορφή
争って
Δυνητική
争える
Προστακτική
争え
Βουλητική
争おう
Υποθετική (ば)
争えば