事ことになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καταλήγω, κανονίζω, αποφασίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι το αποτέλεσμα, προκύπτω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι ο λόγος, είμαι η αιτία

Παραδείγματα

  • 来週らいしゅう、日本にほんに行いくことになりました。

    Την επόμενη εβδομάδα, κανονίστηκε να πάω στην Ιαπωνία.

  • 残業ざんぎょうが多おおくて、毎日まいにち遅おそくまで働はたらくことになりました。

    Λόγω των πολλών υπερωριών, κατέληξα να δουλεύω μέχρι αργά κάθε μέρα.

  • 急きゅうな転勤てんきんで、家族かぞくと離はなれて一人ひとりで暮くらすことになりましたが、これもまた新あらたな経験けいけんだと前向まえむきに捉とらえています。

    Λόγω μιας ξαφνικής μετάθεσης, κατέληξα να μένω μόνος μου μακριά από την οικογένειά μου, αλλά το βλέπω θετικά κι αυτό ως μια νέα εμπειρία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
事になる
Παρόν (ευγενικό)
事になります
Άρνηση (απλή)
事にならない
Άρνηση (ευγενική)
事になりません
Παρελθόν (απλό)
事になった
Παρελθόν (ευγενικό)
事になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
事にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
事になりませんでした
Τε-μορφή
事になって
Δυνητική
事になれる
Προστακτική
事になれ
Βουλητική
事になろう
Υποθετική (ば)
事になれば