事による
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανάλογα με τις περιστάσεις
- 02 λόγω (με τροποποιητικό ρήμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 事による
- Παρόν (ευγενικό)
- 事によります
- Άρνηση (απλή)
- 事によらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 事によりません
- Παρελθόν (απλό)
- 事によった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 事によりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 事によらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 事によりませんでした
- Τε-μορφή
- 事によって
- Δυνητική
- 事によれる
- Προστακτική
- 事によれ
- Βουλητική
- 事によろう
- Υποθετική (ば)
- 事によれば
- Υποθετική (たら)
- 事によったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 事によりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 事によるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 事によりなさい
- Παθητική
- 事によられる
- Αιτιατική
- 事によらせる