事務を執る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διεκπεραιώνω εργασίες, ασχολούμαι με τη γραφειοκρατία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 事務を執る
- Παρόν (ευγενικό)
- 事務を執ります
- Άρνηση (απλή)
- 事務を執らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 事務を執りません
- Παρελθόν (απλό)
- 事務を執った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 事務を執りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 事務を執らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 事務を執りませんでした
- Τε-μορφή
- 事務を執って
- Δυνητική
- 事務を執れる
- Προστακτική
- 事務を執れ
- Βουλητική
- 事務を執ろう
- Υποθετική (ば)
- 事務を執れば
- Υποθετική (たら)
- 事務を執ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 事務を執りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 事務を執るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 事務を執りなさい
- Παθητική
- 事務を執られる
- Αιτιατική
- 事務を執らせる