じつげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραποιώ ένα γεγονός

Κλίση

Παρόν (απλό)
事実を曲げる
Παρόν (ευγενικό)
事実を曲げます
Άρνηση (απλή)
事実を曲げない
Άρνηση (ευγενική)
事実を曲げません
Παρελθόν (απλό)
事実を曲げた
Παρελθόν (ευγενικό)
事実を曲げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
事実を曲げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
事実を曲げませんでした
Τε-μορφή
事実を曲げて
Δυνητική
事実を曲げられる
Προστακτική
事実を曲げろ
Βουλητική
事実を曲げよう
Υποθετική (ば)
事実を曲げれば