にあう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφίσταμαι ατύχημα, εμπλέκομαι σε ατύχημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
事故にあう
Παρόν (ευγενικό)
事故にあいます
Άρνηση (απλή)
事故にあわない
Άρνηση (ευγενική)
事故にあいません
Παρελθόν (απλό)
事故にあった
Παρελθόν (ευγενικό)
事故にあいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
事故にあわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
事故にあいませんでした
Τε-μορφή
事故にあって
Δυνητική
事故にあえる
Προστακτική
事故にあえ
Βουλητική
事故にあおう
Υποθετική (ば)
事故にあえば