ことあたらしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρωτόγνωρος, καινούργιος (και διαφορετικός), φρέσκος
  2. 02 τεχνητός, προσποιητός

Κλίση

Παρόν (απλό)
事新しい
Παρόν (ευγενικό)
事新しいです
Άρνηση (απλή)
事新しくない
Άρνηση (ευγενική)
事新しくないです
Παρελθόν (απλό)
事新しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
事新しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
事新しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
事新しくなかったです
Τε-μορφή
事新しくて
Υποθετική (ば)
事新しければ