事業化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκβιομηχάνιση
- 02 εμπορευματοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 事業化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 事業化します
- Άρνηση (απλή)
- 事業化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 事業化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 事業化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 事業化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 事業化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 事業化しませんでした
- Τε-μορφή
- 事業化して
- Δυνητική
- 事業化できる
- Προστακτική
- 事業化しろ
- Βουλητική
- 事業化しよう
- Υποθετική (ば)
- 事業化すれば
- Υποθετική (たら)
- 事業化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 事業化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 事業化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 事業化しなさい
- Παθητική
- 事業化される
- Αιτιατική
- 事業化させる