事欠かない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαθέτω άφθονο (κάτι), έχω όλα όσα χρειάζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 事欠かない
- Παρόν (ευγενικό)
- 事欠かないです
- Άρνηση (απλή)
- 事欠かなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 事欠かなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 事欠かなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 事欠かなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 事欠かなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 事欠かなくなかったです
- Τε-μορφή
- 事欠かなくて
- Υποθετική (ば)
- 事欠かなければ
- Υποθετική (たら)
- 事欠かなかったら