二人ふたりして

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 και οι δύο μαζί, μαζί (αναφερόμενο σε δύο άτομα)

Παραδείγματα

  • 二人ふたりして行いきます。

    Θα πάμε και οι δύο μαζί.

  • 私わたしたちは二人ふたりして宿題しゅくだいをしました。

    Κάναμε τις εργασίες μας μαζί (οι δυο μας).

  • 彼かれらは二人ふたりして困難こんなんな状況じょうきょうを乗のり越こえました。

    Αντιμετώπισαν με επιτυχία τη δύσκολη κατάσταση και οι δύο μαζί.