いち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδυασμός λειτουργικών μερών από δύο ή περισσότερες χαλασμένες μηχανές για τη δημιουργία μίας λειτουργικής μηχανής
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κατασκευή ενός εξαρτήματος από πολλαπλά διαφορετικά μέρη

Κλίση

Παρόν (απλό)
二個一する
Παρόν (ευγενικό)
二個一します
Άρνηση (απλή)
二個一しない
Άρνηση (ευγενική)
二個一しません
Παρελθόν (απλό)
二個一した
Παρελθόν (ευγενικό)
二個一しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二個一しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二個一しませんでした
Τε-μορφή
二個一して
Δυνητική
二個一できる
Προστακτική
二個一しろ
Βουλητική
二個一しよう
Υποθετική (ば)
二個一すれば