άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κυνηγώ δύο λαγούς ταυτόχρονα, προσπαθώ να κάνω δύο πράγματα συγχρόνως

Κλίση

Παρόν (απλό)
二兎を追う
Παρόν (ευγενικό)
二兎を追います
Άρνηση (απλή)
二兎を追わない
Άρνηση (ευγενική)
二兎を追いません
Παρελθόν (απλό)
二兎を追った
Παρελθόν (ευγενικό)
二兎を追いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二兎を追わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二兎を追いませんでした
Τε-μορφή
二兎を追って
Δυνητική
二兎を追える
Προστακτική
二兎を追え
Βουλητική
二兎を追おう
Υποθετική (ば)
二兎を追えば