二に度ど

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δύο φορές, δις
  2. 02 δύο βαθμοί

Παραδείγματα

  • 私わたしは二度にど行いきました。

    Πήγα δύο φορές.

  • その失敗しっぱいは二度にどとしないように気きをつけます。

    Θα προσέξω να μην ξανακάνω αυτό το λάθος.

  • 彼かれに裏切うらぎられたのは一度いちどで十分じゅうぶんだ。二度にどと同おなじ過あやまちは犯おかさない。

    Μια φορά που με πρόδωσε αυτός είναι αρκετή. Δεν θα ξανακάνω το ίδιο λάθος.