づけ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διπλή βύθιση (τροφίμου σε σάλτσα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
二度づけする
Παρόν (ευγενικό)
二度づけします
Άρνηση (απλή)
二度づけしない
Άρνηση (ευγενική)
二度づけしません
Παρελθόν (απλό)
二度づけした
Παρελθόν (ευγενικό)
二度づけしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二度づけしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二度づけしませんでした
Τε-μορφή
二度づけして
Δυνητική
二度づけできる
Προστακτική
二度づけしろ
Βουλητική
二度づけしよう
Υποθετική (ば)
二度づけすれば