しゃたくいつせまられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρχομαι αντιμέτωπος με την επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων, βρίσκομαι μπροστά σε δύο δύσκολες επιλογές

Κλίση

Παρόν (απλό)
二者択一を迫られる
Παρόν (ευγενικό)
二者択一を迫られます
Άρνηση (απλή)
二者択一を迫られない
Άρνηση (ευγενική)
二者択一を迫られません
Παρελθόν (απλό)
二者択一を迫られた
Παρελθόν (ευγενικό)
二者択一を迫られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二者択一を迫られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二者択一を迫られませんでした
Τε-μορφή
二者択一を迫られて
Δυνητική
二者択一を迫られられる
Προστακτική
二者択一を迫られろ
Βουλητική
二者択一を迫られよう
Υποθετική (ば)
二者択一を迫られれば