そくのわらじを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ασκώ δύο επαγγέλματα ταυτόχρονα, έχω δύο πίτες στον φούρνο, φοράω δύο ζευγάρια ψάθινα σανδάλια

Κλίση

Παρόν (απλό)
二足のわらじを履く
Παρόν (ευγενικό)
二足のわらじを履きます
Άρνηση (απλή)
二足のわらじを履かない
Άρνηση (ευγενική)
二足のわらじを履きません
Παρελθόν (απλό)
二足のわらじを履いた
Παρελθόν (ευγενικό)
二足のわらじを履きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二足のわらじを履かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二足のわらじを履きませんでした
Τε-μορφή
二足のわらじを履いて
Δυνητική
二足のわらじを履ける
Προστακτική
二足のわらじを履け
Βουλητική
二足のわらじを履こう
Υποθετική (ば)
二足のわらじを履けば