てんさんてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συνεχής μεταβολή, αλλεπάλληλες αλλαγές, κατάσταση αστάθειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
二転三転する
Παρόν (ευγενικό)
二転三転します
Άρνηση (απλή)
二転三転しない
Άρνηση (ευγενική)
二転三転しません
Παρελθόν (απλό)
二転三転した
Παρελθόν (ευγενικό)
二転三転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
二転三転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
二転三転しませんでした
Τε-μορφή
二転三転して
Δυνητική
二転三転できる
Προστακτική
二転三転しろ
Βουλητική
二転三転しよう
Υποθετική (ば)
二転三転すれば