二に階かい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεύτερος όροφος, στον επάνω όροφο

Παραδείγματα

  • 店みせは二階にかいです。

    Το μαγαζί είναι στον δεύτερο όροφο.

  • 私わたしの部屋へやは二階にかいにあります。

    Το δωμάτιό μου είναι στον δεύτερο όροφο.

  • 子供こどもたちが騒さわがしいので、静しずかに仕事しごとをするために二階にかいへ上あがりました。

    Επειδή τα παιδιά κάνουν φασαρία, ανέβηκα στον δεύτερο όροφο για να δουλέψω ήσυχα.